Παρακίνηση μίσους η ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου για την ομοφυλοφιλία

Διαβάσαμε με προσοχή την ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου σχετικά με το θέμα της ομοφυλοφιλίας.  Αφορμή για τις αντιδράσεις της εκκλησίας αποτελεί η διοργάνωση της «εκδήλωσης υπερηφάνειας» που θα πραγματοποιηθεί στην Κύπρο στις 31/5/2014.  Είναι  η θέσης της  εκκλησίας ότι η «ομοφυλοφιλία αποτελεί ασθένεια, ηθική εκτροπή, ατίμωση του ανθρωπίνου προσώπου».  Οι αντιδράσεις της εκκλησίας, προκαλούν το εύλογο ερώτημα του κατά πόσο το δικαίωμα της έκφρασης το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 19 του Συντάγματος της δίδει το δικαίωμα να προβαίνει σε σχόλια και επικαλούμενη την επιστήμη να εναντιώνεται στην «θεσμική και κοινωνική στήριξη και αποδοχή της (ομοφυλοφιλίας).”

Παρά το ότι η ιδιωτική ζωή προστατεύεται στη βάση του άρθρου 15 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέχρι και σήμερα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια που να καθιστά ποινικό αδίκημα την προτροπή ή υποκίνηση σε βία ή μίσος κατά προσώπων στη βάση του γενετήσιου προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου τους. 

Στην προκείμενη περίπτωση τέτοιο μίσος μπορεί να θεωρηθεί η περικοπή της ανακοίνωσης ότι: “ Τὰ τραγικὰ ἀποτελέσματα τῆς ὁμοφυλοφιλίας σὲ τοπικὸ καὶ παγκόσμιο ἐπίπεδο, μὲ τὴ χαλάρωση τῆς ἠθικῆς συμπεριφορᾶς, μὲ τὴν αὔξηση τῶν κρουσμάτων παιδεραστίας, μὲ τὶς ἀναρίθμητες περιπτώσεις θυμάτων τῆς ἀνίατης ἀσθένειας τοῦ AIDS ἢ τῶν ὁμοφυλοφίλων, μὲ τὴν ἔξαρση τῶν διαζυγίων καὶ τῆς διάλυσης οἰκογενειῶν, μὲ τὴν ἀφύσικη-υἱοθέτηση τέκνων κ.ἄ., ἀποτελοῦν τὰ πιὸ ἰσχυρά ἐπιχειρήματα γιὰ τὸν ἄτυπο αὐτὸ τρόπο ζωῆς.” Καθώς και η εναντίωση στην θεσμική και κοινωνική στήριξη και αποδοχή της.

Η νοοτροπία  όμως αυτή αναμένεται να αλλάξει με την αναμενόμενη ψήφιση του νομοσχέδιου  που κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 7/10/2013. Με αυτό τροποποιείται ο ποινικός κώδικας με την εισαγωγή σε αυτόν του νέου άρθρου  51Β το οποίο προνοεί ότι «Πρόσωπο το οποίο δημόσια και με απειλητικό τρόπο εκ προθέσεως προτρέπει σε ή υποκινεί, είτε προφορικά είτε δια του τύπου ή με γραπτά κείμενα ή εικονογραφήσεις ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο βία ή μίσος που στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται βάσει του γενετήσιου προσανατολισμού τους ή της ταυτότητας φύλου τους, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές».

Στην ουσία η τροποποίηση αυτή επεκτείνει την προστασία που προσφέρει ο περί της Καταπολέμησης Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου Νόμος 134(Ι)/2011 και σε άτομα τα οποία μπορεί να υποστούν διακρίσεις στη βάση του γενετήσιου προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου τους.  Το προτεινόμενο άρθρο 51Β προνοεί όμως, ότι για να καθίσταται κάποιος ένοχος ποινικού αδικήματος θα πρέπει η προτροπή ή υποκίνηση να γίνεται με πρόθεση.  Τούτο στην ουσία σημαίνει ότι εάν η δήλωση γίνεται αδιάφορα ή αν ο δηλών μπορεί να αποδείξει ότι η πρόθεση του δεν ήταν η προτροπή ή η υποκίνηση σε βία, τότε το στοιχείο της ένοχης συνείδησης (mens rea) εκλείπει και το ποινικό αδίκημα δεν υφίσταται.

Ως εκ τούτου, η προστασία η οποία θα προσφέρει το εν λόγω άρθρο, νοουμένου ότι θα παραμείνει σε αυτή τη μορφή, είναι περιορισμένη ως προς την πρόθεση του δηλούντα. 

Παραμένει όμως να καθοριστεί το τι θα θεωρείται επαρκής απόδειξη πρόθεσης. 

Για παράδειγμα η μεταγενέστερη ανακοίνωση του Επισκόπου Ταμασσού ότι «η ορθόδοξη εκκλησία τάσσεται εναντίον κάθε μορφής βίας, αλλά και οποιουδήποτε είδους διάκρισης, όπως θρησκευτικής, χρώματος, φυλής, φύλου, ιδεολογικής ή πολιτικής επιλογής» είναι αρκετή για να μαρτυρήσει ότι η Ιερά Σύνοδος, δεν είχε πρόθεση να παρακινήσει μίσος ή βία;  

Ρίκκος Μαππουρίδης